Το Νερολούλουδο ή το κορίτσι που ξεχάστηκε

3_FORES_POSTER_OUT

Το Νερολούλουδο ή το κορίτσι που ξεχάστηκε είναι ένα μουσικό παραμύθι του Τάσου Ρωσόπουλου και του Γιώργου Κοροπούλη για αφηγητή , ορχήστρα εγχόρδων , κιθάρα και κρουστά.

Το έργο είναι ανάθεση του Ελληνικού Σχεδίου και το κείμενο του Γιώργου Κοροπούλη βασίστηκε στην ομώνυμη ιδέα της Λυδίας – Ευθυμίας Ζωντανού που ξεχώρισε από των διαγωνισμό/αγώνες ευγενούς άμιλλας για συγγραφή από παιδιά του Ελληνικού Σχεδίου το 2013. Η συνολική σχεδίαση είναι μια ιδέα της Ραλλούς Βογιατζή.

Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 23 Μαρτίου 2014 στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών με τους παρακάτω συντελεστές

Κείμενο Γιώργος Κοροπούλης | Μουσική  Τάσος Ρωσόπουλος | Αφηγητής  Μανώλης Μαυροματάκης | Κιθάρα  Κορίνα Βουγιούκα | Κρουστά  Μιχάλης Διακογιώργης | Καμεράτα Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής | Διεύθυνση  Μίλτος Λογιάδης

Το Νερολούλουδο έχει διασκευαστεί και παρουσιαστεί με Ορχήστρα Δωματίου (fl,ob.cl.bssn,tr,vl1, vl2, vla,vcl,db,perc.) και κιθάρα.


ΤΟ ΝΕΡΟΛΟΥΛΟΥΔΟ

κείμενο Γιώργος Κοροπούλης

Κυρίες και Κύριοι και παιδιά, φίλοι γνωστοί
κι άγνωστοι ακόμη, σας καλούμε σ’ ένα πείραμα:

Θ’ ακούσετε σε λίγο έναν ποιητή
να επιστρατεύει όλη του την πείρα, μα
και την έμπνευση που δεν κοιτάζει χρόνια,
για να μας πει το παραμύθι που έχει γράψει
ένα παιδάκι και ήταν ήδη μια χαρά
έτσι που ολόκληρη η αλήθεια του να λάμψει.
Κι εσείς θα κρίνετε όπως πάντοτε αυστηρά:
Το πέτυχε; Ή ακούτε κάποιο από τα ψώνια
που έπεισαν όλους μας πως είναι θλιβερό
να σκέπτεσαι ή να αισθάνεσαι βαθύτερα;

 Καλοί μας φίλοι, μια φορά κι έναν καιρό,
τότε που όλοι μα όλοι ζούσανε καλύτερα,
κάθε παιδάκι μιαν αλήθεια είχε να πει,
κάτι είχε δει που οι γονείς του πια δεν έβλεπαν·
μα ο ποιητής μπορούσε αλλιώς να τους το πει
κι έτσι να δουν αυτό που τα παιδιά τους έβλεπαν –
γιατί πολύ συχνά φοβούνται τα παιδιά,
μιμούνται τους γονείς για να μην τα μαλώσουν,
μαθαίνουνε πώς να μη βγάζουν τσιμουδιά,
μιλούν κι αμέσως προσπαθούν να τα μπαλώσουν.

Τώρα; Τι απόμεινε απ’ αυτό; Μπορεί ακόμη
ο ποιητής να πει τι μπόρεσε να δει,
παρά τα εμπόδια που του βάζουν, το παιδί;
Ή έγινε όπως τον θέλει η κοινή γνώμη
κι όπως κι ο ίδιος θέλει αν θέλει να έχει πέραση:
κάποιος που ακούει τον εαυτό του ώσπου να πλήξεις
κι είναι βαθύς τόσο που έχεις αποδείξεις
πως μόνο το ρηχό εγγυάται διασκέδαση;

 

Εσείς θα κρίνετε… Αν τον βλέπετε γελοίο
πάντως, σκεφτείτε μήπως έχει αλλοιωθεί
η όρασή σας και διαλέγοντας βιβλίο
θα παίρνατε μόνο ό,τι έχει πουληθεί
κι ο δράστης του είναι σοβαρός και well known,
ενώ αυτό που αφηγείται ένα παιδί,
Κυρίες και Κύριοι, αυτό που έχει δει,
βλέπετε πια να το αφηγείται ένας κλόουν –
 που έτσι κι αλλιώς κλόουν θα ήτανε, παιδιά,
αφού με όλη του το θέλει την καρδιά
να θυμηθεί κάτι από χρόνια ξεχασμένο:

 ένα παράξενο παιδάκι, γερασμένο,
που είναι ήδη εδώ μπροστά σας και υποκλίνεται.

 Κυρίες και Κύριοι και παιδιά, η παράστασίς μας
έχει αρχίσει και ακούστε πώς προεκτείνεται
σε μια εποχή που δεν την έζησε κανείς μας.

Λοιπόν, παιδιά μου, μια φορά κι έναν καιρό
που κάθε όνομα γραφόταν στο νερό
κι έμενε αξέχαστο, ακούστε τι συνέβη
σ’ ένα κορίτσι – κι όποιος θέλει το πιστεύει:

Συνέβη στις διακοπές, το καλοκαίρι…
Κάποιο μεσημεράκι, που ο καθένας ξέρει
πως είναι η ώρα που κοιμούνται οι μεγάλοι,
κατέβηκε το κοριτσάκι στ’ ακρογιάλι
ψάχνοντας το γατάκι του… Και το φωνάζει –
και δεν το βρίσκει – και ξεχνιέται – ώσπου βραδιάζει…
Κι είπε το κοριτσάκι: «Ώρα να γυρίσω»·
κι είπε το κύμα πλάι του: «Δεν θα σ’ αφήσω» –
κι έφυγε – κι ήρθε πίσω πάλι – όπως ξεχνάς
κάτι δικό σου εκεί που ήσουν και γυρνάς·
έφυγε – κι ήρθε – πιο κοντά – ψιθυριστό…
Τριγύρω μαύριζε των βράχων το απλησίαστο
κι έμοιαζε μέσα στο σκοτάδι μ’ αγκαλιά
που σ’ αποδιώχνει… Κι έπειτα – χωρίς μιλιά –
μαύρισαν κι άλλο οι βράχοι… Τρέχει τρομαγμένο
κατά το κύμα το κορίτσι – κι αρπαγμένο
από το κύμα, όπως κόβεις τον ανθό,
μα ζωντανό ακόμα, φτάνει στο βυθό…
Αλλά ο βυθός δεν είναι όπως διηγούνται·
είναι όπως όταν προσπαθούν και δεν θυμούνται.

Πέτρινος κόσμος, μ’ ένα πέτρινο λιοντάρι
για βασιλιά, είν’ ο βυθός που έχει πάρει
κοντά του το κορίτσι· κι είναι απεσταλμένοι
δικοί του οι βράχοι – και το κύμα που όλο φέρνει
κι όλο αποσύρει τα χαλίκια και ξεχνιέσαι
κοιτώντας το και χάνεσαι και ξεγελιέσαι
όπως το κοριτσάκι του παραμυθιού…
Ακούστε τώρα τι έγινε όταν του βυθού
ο βασιλιάς την είδε: Δίνει εντολή
και κλείνουν το κορίτσι σε βαθύ κελλί,
βαθύτερα κι απ’ το βυθό, και ασφαλίζουν
την πόρτα από κοράλλι – σαν να το εξορίζουν
πέρα απ’ το χρόνο, μες στην πέτρα… Όμως εκεί,
φυλακισμένο έξω απ’ το χρόνο, κατοικεί
–πώς να το πω αλλιώς; ποιος ξέρει πόσα χρόνια
βρίσκεται εκεί όπως τ’ αλλοτινά τα χιόνια–
ένα κορίτσι συνομήλικο… Τα χάνει,
βεβαίως, η φίλη μας – μα το κορίτσι πιάνει
κουβέντα αμέσως, λέει πως ξέρει την αλήθεια,
όμως χρειάζεται απ’ τη φίλη μας βοήθεια,
τώρα, που μόλις έφτασε κι είναι για κείνη
ακόμη ο χρόνος ένα φως που τρεμοσβήνει.

Δεν ήταν πάντα έτσι, της λέει, ο βυθός·
για όλα φταίει – ένας μάγος, ως συνήθως·
που όμως κι αυτός δεν ήταν πάντοτε κακός·
ναι, ήταν μάγος, μα διέθετε και ήθος –
ώσπου έδρεψε ένα νερολούλουδο – κι αρχίζει
τα πλάσματα όλα του βυθού να βασανίζει.
(Υπάρχουν τέτοια νερολούλουδα, παιδιά,
που κάνουνε σκληρή του ανθρώπου την καρδιά.)
Είπαν λοιπόν τα πλάσματα όλα του βυθού
να κλέψουνε αυτό το άνθος του κακού.
Τό ’παν και τό ’καναν – κι ο μάγος καταράστηκε
να γίνουν όλα πέτρα· μα ίσως δεν χρειάστηκε
καν η κατάρα: έφεραν ανάμεσά τους
το νερολούλουδο – και πέτρωσε η καρδιά τους,
πέτρωσε ο τόπος τους, κι η έγνοια τους η μόνη
είναι να δουν όλο τον κόσμο να πετρώνει·
κι έξω απ’ το χρόνο παίρνουν όποιον ξεχαστεί·
κι αν θέλει να ξεφύγει, πρέπει να βιαστεί
όσο γι’ αυτόν ακόμη ο χρόνος τρεμοσβήνει…

Εγώ – εγώ είδα το χρόνο μου να σβήνει,
είπε θλιμμένο το κορίτσι του βυθού,
και δεν θα υπήρχε τρόπος να με θυμηθούν
αν ζούσαν οι γονείς μου. Μάταια προσπαθώ
μες στην ασάλευτη ζωή να κινηθώ…
Όμως, αν μου δανείσεις λίγο από το λίγο
που ακόμα σε θυμούνται, ίσως να ξεφύγω
μαζί σου… Ξέρω τι θα πεις: Δεν έχει δρόμο
ξεχωριστό για μας μέχρι τον πάνω κόσμο·
γιατί παντού το νερολούλουδο απλώνει
τα μάγια του – κι αν κινηθείς, σ’ απολιθώνει·
πρέπει λοιπόν παντού τα μάγια να λυθούν
κι όλα τα πλάσματα εδώ να λυτρωθούν.
Μα αν ξεφύγουμε από δω (αυτό ίσως άργησα
να σου το πω και σε ξαφνιάζω) είναι μια μάγισσα,
καλή εννοείται, και σ’ αυτήν θα βασιστούμε·
στο πρώτο-πρώτο, λέει, κοράλλι που θα δούμε
είναι κλεισμένη – και ζητάει ευκαιρία
να βγει, ν’ αλλάξει του βυθού την ιστορία.

Έτσι λοιπόν τα δυο κορίτσια αποφασίζουν
να κινηθούν σαν κάτι ακόμα να θυμίζουν
σε κάποιον – και στον λίγο χρόνο που τους μένει
να βρούνε το κοράλλι που φυλακισμένη
κρατάει τη μάγισσα. Και σκάβουν μια στοά
κάτω απ’ της πόρτας το κοράλλι κι ήσυχα-ήσυχα,
μην τις ακούσουν, βγαίνουν έξω, στο βυθό –
που είναι έρημος· γύρω απ’ το νερολούλουδο
μαζεύτηκαν απόψε του βυθού τα πλάσματα,
να το τιμήσουν, και αφήσαν τα περάσματα
αφύλαχτα. Μα – όταν περάσεις είσαι πάλι
εκεί που ήσουν· και δεν βλέπουνε κοράλλι
τα δυο κορίτσια πουθενά… Και δυναμώνει
μια βοή τώρα, γιατί η γιορτή τελειώνει
και κάθε πλάσμα του βυθού πάει να πάρει
ξανά τη θέση του· κι ακούνε το λιοντάρι
τα κοριτσάκια να βρυχάται, να πλησιάζει·
κι είναι – η πέτρα γύρω τους που σκοτεινιάζει,
αδειάζει από φως, γιατί όλο λιγοστεύει
ο χρόνος που έχουν και κανείς δεν τα γυρεύει·
και βρίσκονται τα δυό τους στο κελλί ξανά
σαν κάποιος να τ’ αγάπησε και τα ξεχνά.

Μα αυτό δεν γίνεται, η αγάπη δεν ξεχνά
ούτε ξεχάστηκε σε μέρη μακρινά·
γίνεται πέτρα κι έπειτα ραγίζει πάλι –
όπως και τούτο εδώ της πόρτας το κοράλλι,
της πόρτας που σφραγίζει αυτή τη φυλακή:
νά ποιο κοράλλι πρώτο-πρώτο έχουν δει!
Γιατί η λύση είναι πάντοτε εκεί,
μπροστά σ’ εκείνον που έχει μάτια να τη δει·
μπροστά μας είναι – κι η αγάπη τη φωτίζει.

Η μάγισσα – μες στο κοράλλι που ραγίζει
κρυβόταν πάντοτε, μα δύναμη είχε λίγη·
τα δυο κορίτσια όμως την πίστεψαν – κι ανοίγει
τώρα μπροστά τους το κοράλλι και μπορεί
καθένας να θαυμάσει πώς φυλλορροεί
το νερολούλουδο έξαφνα και ξεθωριάζει·
πελώριο έμοιαζε, μια στάλα τώρα μοιάζει
που τρέμει, λιγοστεύει ολοένα, πάει…

Κι από τα μάγια ο κόσμος του βυθού ξυπνάει
σαν κοριτσάκι που πολύ περιπλανήθηκε
ψάχνοντας το γατάκι του κι αποκοιμήθηκε
και τώρα πλάι του το βλέπει – και το βράδυ
καθώς γυρνούν στο σπίτι απλώνεται σαν χάδι
και τα χαλίκια του το κύμα όλο κυλά
και παίρνουνε οι βράχοι σχήματα απαλά…

©Γιώργος Κοροπούλης

Advertisements
%d bloggers like this: